Μ. Σπυράκη: Καύσιμο ενεργειακής μετάβασης υπό προϋποθέσεις το φυσικό αέριο

Η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναλάβει καθήκοντα  την 1η Δεκεμβρίου και το πρώτο πράγμα που αναμένουμε να παρουσιάσει  είναι πρόταση για «Την Πράσινη Συμφωνία», το περίφημο Green Deal.

Ωστόσο, πριν επιτύχουμε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα το 2050, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα ξεκινώντας από την περίοδο μετάβασης.

Από τη μία πλευρά, σύμφωνα με τη μελέτη της ΜcKinsey, Global Energy Perspective Accelerated Transition, το φυσικό αέριο είναι το μόνο ορυκτό καύσιμο του οποίου το ποσοστό επί της συνολικής ζήτησης ενέργειας αυξάνεται μέχρι το 2035.

Ιδιαίτερα, βραχυπρόθεσμα μέχρι το 2025 και εν συνεχεία μεσοπρόθεσμα μέχρι το 2035, η ζήτηση φυσικού αερίου θα αυξάνεται σε όλους τους τομείς και κυρίως στη βιομηχανία.

Σύμφωνα με τη σχετική πρόβλεψη η ζήτηση φυσικού αερίου αναμένεται να αυξηθεί περίπου 20% περισσότερο από σήμερα.

Από την άλλη πλευρά, μια άμεση συνέπεια των παρόντων στόχων απανθρακοποίησης της ΕΕ είναι ότι το ποσοστό του φυσικού αερίου στο μίγμα ενέργειας θα μειωθεί. Σύμφωνα με τα σενάρια για 80% μείωση των Εκπομπών Αερίων Θερμοκηπίου, η μείωση στην κατανάλωση φυσικού αερίου θα κυμανθεί από 68,4% με 74,9% σε σχέση με σήμερα, ενώ στην περίπτωση μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η μείωση θα ανέλθει σε 86,2% με 92%.

Το βέβαιο είναι πως το φυσικό αέριο μπορεί να παράσχει την ευελιξία που απαιτείται λόγω της διαλείπουσας φύσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, μιας κι έχει την ικανότητα να αποθηκεύεται σε μεγάλες ποσότητες και καθόλη τη διάρκεια του χρόνου.

Παράλληλα το φυσικό αέριο μπορεί να προσφέρει βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες λύσεις για χώρες που βρίσκονται σε φάση εξάλειψης του άνθρακα ή της πυρηνικής ενέργειας. Στην Ελλάδα η νέα κυβέρνηση έθεσε έναν πολύ φιλόδοξο στόχο ανακοινώνοντας ότι θα κλείσουν όλες οι λιγνιτικές μονάδες μέχρι το 2028. Κάποιες από τις υπάρχουσες μονάδες λιγνίτη μπορούν να χρησιμοποιήσουν αέριο σαν εναλλακτικό καύσιμο και σε αυτές μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η πιο πρόσφατη μονάδα, Πτολεμαΐδα 5, η οποία δεν θα έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία όταν θα εφαρμοστεί το Target Model.

Είναι λοιπόν απαραίτητο η ευρωπαϊκή νομοθετική πρόταση σχετικά με την ταξινόμηση της χρηματοδότησης με βάση τη βιώσιμη ανάπτυξη (sustainable finance taxonomy) να περιλαμβάνει επενδύσεις σε έργα φυσικού αερίου εφόσον χρησιμοποιείται ως καύσιμο αντικατάστασης του άνθρακα για την παραγωγή ενέργειας.

Το φυσικό αέριο δεν είναι πράσινη μορφή ενέργειας, αλλά είναι πολύ πιο φιλικό στο περιβάλλον  σε σχέση με τον άνθρακα.

Όπως αναφέρεται σε πρόσφατη μελέτη της ΙΕΑ, με βάση τις υπάρχουσες υποδομές, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μία από τις περιοχές στον κόσμο με τεράστια δυνατότητα αντικατάστασης του άνθρακα με φυσικό αέριο για την παραγωγή ενέργειας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει άμεσα σε σημαντική μείωση των εκπομπών.

Για να προετοιμάσουμε τα δίκτυα αερίου για ένα πλήρως απανθρακοποιημένο μέλλον, θα πρέπει να έχουμε μια ολιστική προσέγγιση λαμβάνοντας υπόψιν την σύζευξη με τον ηλεκτρισμό έτσι ώστε να κάνουμε βέλτιστη χρήση των υπαρχόντων υποδομών και έργων, διασφαλίζοντας την ευελιξία του συστήματος και την επίτευξη των στόχων.

Παράλληλα απαιτούνται συνεχείς επενδύσεις για τη διατήρηση τμημάτων του υφιστάμενου δικτύου φυσικού αερίου και ενσωμάτωσης του στο σύστημα αερίων με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα.

Από την άποψη αυτή, το ζήτημα της χρηματοδότησης είναι ζωτικής σημασίας.

Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αναθεωρεί την πολιτική της για την παροχή ενεργειακών δανείων και πως αποφάσισε να μην χρηματοδοτεί επενδύσεις στις υποδομές φυσικού αερίου και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από το 2021. Ωστόσο οι ανάγκες των πολιτών παραμένουν, ειδικά σε περιοχές που εξελίσσεται η μετάβαση από τον άνθρακα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Είμαστε ως εκ τούτου υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε να χρηματοδοτούμε έργα στον τομέα του φυσικού αερίου, αλλά πρέπει ταυτόχρονα  να διασφαλίσουμε ότι οι υποδομές φυσικού αερίου θα είναι έτοιμες να φιλοξενήσουν αέριο από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η επίτευξη των στόχων του 2030 και η αντικατάσταση της υπάρχουσας υποδομής θα απαιτήσει επενδύσεις ύψους περίπου 1,081 δισ. ευρώ ετησίως μεταξύ του 2021 και του 2030.

Ο διευρωπαϊκός σχεδιασμός υποδομών φυσικού αερίου είναι απαραίτητο να ενισχυθεί για να ακολουθήσει τις εξελίξεις που θα προκύψουν από την ενεργειακή μετάβασης.

Οφείλουμε να προλάβουμε τις επιλογές της αγοράς γύρω από εναλλακτικά αέρια, αποθήκευση και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Θα είναι προς όφελος όλων, και κύριως των πολιτών, να συμπεριληφθούν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ενδιαφερόμενα μέρη όπως η βιομηχανία, οι παραγωγοί βιοαερίου, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων με ηλεκτρισμο ή αέριο. Εάν ο μελλοντικός σχεδιασμός δικτύων αποδίδει  μεγαλύτερη προσοχή στις αγορές και την καινοτομία και διασφαλίζει ότι οι αποφάσεις βασίζονται σε περισσότερους ενδιαφερόμενους, από όσο σήμερα, είναι πολύ πιθανότερο τα δίκτυά μας να είναι κατάλληλα για τις μελλοντικές προκλήσεις και ευκαιρίες.

*Η Μαρία Σπυράκη είναι ευρωβουλευτής μέλος των Επιτροπών ITRE και ENVI. Το κείμενο περιλαμβάνει τα βασικά σημεία της ομιλίας της στην Έκθεση Utility Week στο Παρίσι.

Πηγή: capital.gr

Σχόλια
Loading...

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More