Γ. Περιστέρης: Η ώρα του «επενδυτικού πατριωτισμού»

Πριν από αρκετά χρόνια μίλησα πρώτος για την ανάγκη που υπάρχει η χώρα να γνωρίσει ένα «επενδυτικό σοκ», ως ικανή και αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματική της έξοδο από την κρίση. Τη διαπίστωση αυτή, που σήμερα τη συμμερίζονται όλοι, ο ΣΕΒ την ποσοτικοποίησε σε ένα ποσό που φτάνει στα 100 δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον επενδύσεις μέχρι το 2022. Η ανάγκη για ένα «επενδυτικό σοκ» έχει, όπως κάθε στέρεη οικονομική διαπίστωση, ως βάση της τους αριθμούς και ως μοχλό τα κίνητρα που πρέπει να υπάρχουν σε κάθε οικονομία.

Όμως, κινητήρια δύναμή της σε ηθικό και κοινωνικό επίπεδο είναι μία άλλη έννοια, εξαιρετικά σημαντική. Πρόκειται για τον «επενδυτικό πατριωτισμό» που κάθε επιχείρηση πρέπει να επιδεικνύει σε σχέση με τη χώρα από την οποία προέρχεται και στην οποία δραστηριοποιείται.

Ας αρχίσουμε από τους αριθμούς. Ο μέσος όρος των επενδύσεων στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι σήμερα ο μισός περίπου σε σχέση με το 21% που είναι ο μέσος όρος στην ευρωζώνη. Εδώ και επτά χρόνια οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στη χώρα μας είναι χαμηλότερες από τις αποσβέσεις, που σημαίνει ότι η Ελλάδα αποεπενδύει και η παραγωγική μας δυναμικότητα συρρικνώνεται επί επτά συνεχή χρόνια.

Ισχύει αυτό γιατί δεν υπάρχουν επενδυτικά σχέδια; Η απάντηση είναι όχι. Η Ελλάδα είναι ώριμη ως επενδυτικός προορισμός και υπάρχουν πλήθος επενδυτικά σχέδια, τα οποία αναμένουν ευνοϊκότερες συνθήκες και απελευθέρωση από τα κάθε είδους εμπόδια για να υλοποιηθούν. Θα αναφέρω μερικά από το δικό μας πεδίο δραστηριότητας, για να γίνει κατανοητή η ευρύτητα των σχετικών δυνατοτήτων.

Όποιος κοιτά τον ενεργειακό χάρτη της περιοχής μας -και ειδικά το αιολικό δυναμικό της Ελλάδας και τις δυνατότητές της σε ό,τι αφορά την αποθήκευση ενέργειας, με την πιο ώριμη και ανταγωνιστική σήμερα τεχνολογία, που είναι η αντλησιοταμίευση- διαπιστώνει ότι η χώρα έχει στον τομέα αυτόν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην ευρύτερη περιοχή.

Αν προσθέσει στις διαπιστώσεις αυτές το τεράστιο κόστος που πληρώνει η εθνική οικονομία για αντιοικονομική και ρυπογόνα παραγωγή ενέργειας στα νησιά, κάτι που καθιστά τις τεράστιες επενδύσεις στη διασύνδεσή τους με την ηπειρωτική χώρα επενδύσεις υψηλής απόδοσης και ταχείας απόσβεσης, καταλήγει σε ένα εύκολο και αβίαστο συμπέρασμα.

Ότι η Ελλάδα μπορεί μέσα σε δέκα χρόνια να προχωρήσει, μόνο στο τρίπτυχο «Διασυνδέσεις – Αποθήκευση – Ανανεώσιμες Πηγές», σε επενδύσεις που συνολικά ξεπερνούν τα 15 δισ. ευρώ και θα τη μετατρέψουν σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή και «μπαταρία του ευρωπαϊκού Νότου».

Σας διαβεβαιώ ότι οι επενδύσεις αυτές είναι τεχνοοικονομικά ώριμες, τα κεφάλαια υπάρχουν, το ίδιο και η διάθεση των επενδυτών. Τι λείπει; Ξεκάθαρο πλαίσιο και ταχεία προώθηση των διαδικασιών εκεί όπου το κράτος έχει τον πρώτο λόγο.

Ασφαλώς δεν είναι όλοι οι τομείς το ίδιο ώριμοι και προσοδοφόροι. Σε πολλούς το ξεκλείδωμα των επενδύσεων, για να επιτευχθεί, απαιτεί πολύ περισσότερα από την απλή επιτάχυνση των διαδικασιών και την άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων. Για παράδειγμα η συνολική -φανερή και αφανής- φορολογία των επιχειρήσεων και της εργασίας παραμένει εξαιρετικά υψηλή.

Τα στελέχη των επιχειρήσεων ειδικότερα, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει επενδυτική δραστηριότητα, φορολογούνται τόσο εξοντωτικά ώστε φεύγουν μαζικά από την Ελλάδα. Είναι μία από τις πιο σοβαρές πτυχές του brain drain των τελευταίων ετών. Η διάθεση του κράτους, επίσης, σε σχέση με τις επενδύσεις δεν έχει αλλάξει. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την πραγματικότητα, όταν φεύγουμε από τις πολιτικές προθέσεις και διακηρύξεις και πάμε στην καθημερινότητα της δημόσιας διοίκησης.

Το διακύβευμα είναι, όμως, τόσο μεγάλο που πιστεύω ότι πρέπει η πολιτεία στο σύνολό της -που περιλαμβάνει το πολιτικό σύστημα, τη δικαιοσύνη και κάθε είδους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου- αλλά προπαντός και οι ίδιοι οι απλοί πολίτες, να συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Η οικονομική επιβίωση της Ελλάδας σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό κόσμο προϋποθέτει την πραγματοποίηση αυτού του «επενδυτικού σοκ». Είναι επιτακτική ανάγκη να καταπολεμήσουμε άμεσα την ανεργία, που είναι το σκληρότερο και φρικτότερο είδος κοινωνικής αδικίας. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω μαζικών επενδύσεων.

Αν, όμως, αυτές είναι οι υποχρεώσεις της πολιτείας, υπάρχουν και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις από την πλευρά της επιχειρηματικής κοινότητας. Είναι ακριβώς η έννοια του «επενδυτικού πατριωτισμού» που οφείλουμε να επιδεικνύουμε ως επιχειρηματίες. Έχω δικαίωμα να την επικαλούμαι γιατί εμείς ως όμιλος το κάναμε αυτό πράξη και με το παραπάνω. Στη διάρκεια της κρίσης έχουμε επενδύσει περισσότερα από 2 δισ. ευρώ και ποτέ δεν σταματήσαμε να εμπιστευόμαστε το σύνολο των καταθέσεών μας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Ο επενδυτικός πατριωτισμός είναι ταυτόχρονα οικονομική αναγκαιότητα και στοιχειώδης κοινωνική υποχρέωση. Διεθνείς μελέτες έχουν αποδείξει ότι, αν δεν προηγηθούν ως δυναμικοί επενδυτές οι εγχώριες επιχειρήσεις, δεν ακολουθούν οι ξένοι επενδυτές. Οι μαζικές ελληνικές επενδύσεις θα ανοίξουν τον δρόμο για τις ξένες.

Όμως, ταυτόχρονα, ο επενδυτικός πατριωτισμός είναι συνυφασμένος και με τη λειτουργία της επιχειρηματικότητας στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συνόλου. Με την υποχρέωση, δηλαδή, των επιχειρήσεων και των μετόχων τους να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ευημερία. Είναι αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού συμβολαίου, που καθιστά μια σύγχρονη κοινωνία παραγωγική και τις προοπτικές της ελπιδοφόρες.

*Ο κ. Γιώργος Περιστέρης είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ομίλου ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ και επί σειρά ετών Πρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Ηλεκτροπαραγωγών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΕΣΗΑΠΕ).

Πηγή: euro2day.gr

Σχόλια
Loading...

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More